ΕΔΕΜ ΕΔΕΜ ΕΔΕΜ
Η μεγάλη έρημος, οι γεωργικές, ποιμενικές, πετρελαϊκές, πυρηνικές, παραμεθόριες ζώνες της.
Ο πόλεμος, ο βιασμός ζώντων και νεκρών, ένα έγκλημα πάθους, αιμομιξίες, η πείνα.
Ένα μπουρδέλο με γυναίκες για τους στρατιώτες, ένα μμπουρδέλο με αγόρια για τους εργάτες· όμορα και συγκοινωνούντα: μια σεξουαλική έξαψη, μερικών ωρών, χωρίς προηγούμενο. Σύζυγοι, αρραβωνιαστικιές, αδερφές, ελεύθερες, τοποθετημένες στα όρια της επικράτειας της πορνείας, επιτηρούν, σχολιάζουν την απώλεια, μέσα σε στείρες οπές, του αναπαραγωγικού σπέρματος. Παρακεί, στο τέλος της μέρας, στο αβέβαιο έδαφος της αρχής μιας στέπας, δυο σώματα που συναντιούνται (αλλά μήπως είναι μητέρα και γιος;) και οι «αποφύσεις» τους, ένα μωρό και μια μαϊμού για την περιπλανώμενη γυναίκα, ο σκλάβος του για τον έφηβο νομάδα, ανασυστήνουν, περικυκλωμένοι από την εχθρική κίνηση των πραγμάτων πριν από τη νύχτα, τις χειρονομίες του ζεύγους μετά την Πτώση, το πρώτο ζευγάρωμα, το πρώτο αλφάβητο. Η απόλυτη κατάσταση τρόμου.
Το Εδέμ, Εδέμ, Εδέμ, του Pierre Guyotat δημοσιεύτηκε το 1970 και είναι ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα του εικοστού αιώνα. Η πρώτη έκδοση κυκλοφόρησε με προλόγους των Σολέρς, Λεϊρίς και Μπαρτ ώστε να αποτραπεί η λογοκρισία του, ενώ την ίδια ημέρα ένα άρθρο του Φουκώ έκανε την εμφανισή του στο Le Nouvel Observateur για τον ίδιο λόγο. Παρά τις προσπάθειες το βιβλίο παρέμεινε λογοκριμένο για 11 χρόνια συγκεντρώνοντας την υποστήριξη εκατοντάδων ανθρώπων της εποχής όπως οι Σαρτρ, Μπωβουάρ, Ζενέ, Παζολίνι, Καλβίνο, Ερνστ, Μπόυς, Ντεριντά, Λυοτάρ κ.ά.
Η επίδραση του Εδέμ, Εδέμ, Εδέμ υπήρξε καταλυτική. Ο Ζενέ αναγνώρισε τον διαδοχό του, ο Παζολίνι έδωσε την τελική μορφή του Σαλό υπό την επίδραση του βιβλίου, η Άκερ παρέθετε αυτούσια αποσπάσματα στα βιβλία της κ.ο.κ. Το 2020, τα 50 χρόνια από την έκδοση του βιβλίου γιορτάστηκαν σε 50 πόλεις σε όλο τον κόσμο, ανάμεσά τους και η Αθήνα.
Λογοκριμένο επί μακρόν, το Εδέμ, Εδέμ, Εδέμ, όπως και άλλα σπουδαία κλασικά έργα της γαλλικής λογοτεχνίας, αφήνει να εννοηθεί, μέσα από μια εκθαμβωτική σκηνοθεσία της «θηριωδίας» (της ευτυχίας εντός της υποταγής, της σύγχυσης εντός της ελευθερίας), αυτό το ακατάλυτο –καθότι ανεξήγητο– άσμα: το γέλιο του αθώου που ρυπαίνουμε και που δεν το γνωρίζει.



